Το «εγχειρίδιο» της καλής μαντινάδας

«Σα θέλεις να σου τραγουδώ βάνε κρασί να πίνω,
να δεις τσι μαντινάδες μου σαν το νερό να χύνω».

Όλα ξεκίνησαν από ένα παλιό σχολικό τετράδιο. Η λαχτάρα μιας μαθήτριας να φυλάξει όλες τις παλιές μαντινάδες που ακούγονταν στο συγγενικό και το φιλικό της περιβάλλον. Όμορφοι στίχοι, πλουμισμένοι με την αστείρευτη κρητική γλώσσα και τις σκέψεις των απλών ανθρώπων, που κατόρθωναν σε δύο μόνο σειρές να χωρέσουν ένα νόημα χαράς ή έρωτα, ελπίδας ή πόνου. Δίστιχα σμιλεμένα με το ανθρώπινο συναίσθημα, έτοιμα να τραγουδήσουν όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Την γέννηση, την αγάπη, τον γάμο, τις ανθρώπινες συμφορές και τον θάνατο. 


Η μαθήτρια μεγάλωσε. Τα σχολικά τετράδια ξεχάστηκαν προς στιγμήν. Όμως το μεράκι πάντα την έκανε να τεντώνει το αυτί και να αναζητά χαρτί και μολύβι στο άκουσμα μίας καλής μαντινάδας. Και έτσι η συλλογή με τις μαντινάδες πλούτιζε, χωρίς ουσιαστικά ο σκοπός να είναι η έκδοση τους. Και κάποτε η ιδέα ωρίμασε. Η κυρία Θεανώ Μεταξά έσκυψε πάνω στα παλιά τετράδια της και στα φύλλα με τις πρόχειρες σημειώσεις και αποφάσισε να ανθολογήσει τις καλύτερες μαντινάδες της, ετοιμάζοντας ένα όμορφο βιβλίο γεμάτο από την σοφία της λαϊκής κρητικής μας ποίησης.
Προλογίζοντας το βιβλίο η φιλόλογος κ. Γεωργία Ορφανού αποκαλεί «Εστιάδα» την δημιουργό του. «Αγωνίζεται -αναφέρει- να σώσει ό,τι μπορεί από την Κρήτη των περασμένων καιρών. Οι μαντινάδες της ανά χείρας συλλογής δεν είναι ούτε αδημοσίευτες ούτε άγνωστες, είναι διαλεγμένες με κριτήριο το κάλλος του λόγου, τη στιλπνότητα της έκφρασης, την αρμονία και πληρότητα του νοήματος».
Ο τίτλος του βιβλίου που βρίσκεται πλέον ήδη στα βιβλιοπωλεία της Κρήτης είναι «Μάθια ζαχαροξάνοιχτα» και στις πρώτες σελίδες του υπάρχει η αφιέρωση στην εγγονή της συλλέκτριας και συνονόματή της.
Μάθια ζαχαροξάνοιχτα, ζαχαροπαιχνιδάτα,
σα χαμηλοξανοίγετε με κάνετε κομμάθια.
Στον πρόλογό της η κ. Μεταξά εξηγεί την ανάγκη που υπαγόρευσε την έκδοση αυτού του βιβλίου: «Είναι δύο οι λόγοι. Πρώτον η διαπίστωση ότι οι παλιότερες μαντινάδες είναι ποιοτικά καλύτερες, αλλά δυστυχώς είναι οι πιο άγνωστες και δεύτερον η εξακρίβωση ότι ενώ τα τελευταία κυρίως χρόνια δημιουργείται πληθώρα νέων μαντινάδων, η ποιότητά τους -στην πλειοψηφία τους- είναι απογοητευτικά ασήμαντη».
Η συλλογή των μαντινάδων έχει χωριστεί σε θεματικές ενότητες με πρώτη και -όπως είναι φυσικό- πολυπληθέστερη την ενότητα «τσ’ αγάπης».

Μη με ρωτάς αν σ’ αγαπώ, για ξάνοιξέ με πρώτα,
τα δυό μου χείλη μη ρωτάς, τα δυό μου μάθια ρώτα.

Σαν το πιοτό το δυνατό κεντάς, μα ‘γω σε πίνω
και χάμαι μιά σταλαμαθιά να πέσει, δεν αφήνω.

Ως είν’ η σπίθα λαμπερή στη χόβολη χωσμένη,
έτσα ‘ ναι κι η αγάπη μου κρυφή μα μπιστεμένη.

Μα συ κανέλα δε βαστάς, μόσκο δεν κοπανίζεις,
γαρέφαλο δεν γεύγεσαι, ίντα ‘χεις και μυρίζεις;

Η αγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη,
θέλει λαγού προπατηξά κι αητού γρηγοροσύνη.

Όσο μου κάνεις πείσματα, χαίρομαι και γλεντίζω,
κατέχω το πως μ’ αγαπάς και δεν κακοκαρδίζω.

Σα δεν μπορέσω τα φτερά που ‘χω να μοιραστούμε,
θα τα μαδήσω, που μαζί χάμαι να προπατούμε

Σα δεν κατέχεις ν’ αγαπάς, καρδιές μην αγκιλώνεις,
σαν την αρχίζεις μιά δουλειά, να την ε τελειώνεις.

Σαν είν’ η αγάπη μπιστική παλιώνει μα δε λιώνει,
στα δέκα χρόνια μιά φορά να σμίξει, ξανανιώνει.

Μόνο νερό της λησμονιάς σαν πιω θα σου ξεχάσω,
μα κι αν το βρω, ως κι αν διψώ, δε θα το δοκιμάσω.

Βάλε με στην αγκάλη σου κι ας είν’ απ’ όξω χιόνι,
πάπλωμα δε χρειάζομαι, η άχνα σου με σώνει.

Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει «στοχαστικές μαντινάδες» αυτές δηλαδή που αποτυπώνουν ψήγματα της λαϊκής σοφίας.

Ζωή δεν είναι να ξυπνάς και να κοιμάσαι πάλι,
ζωή ‘ναι να ‘σαι ξυπνητός όντε κοιμούνται οι άλλοι.

Θαρρώ πως είναι πλιά καλά στα χαμηλά να θέσω,
παρά να λέω μιά ζωή όφου! κι εδά θα πέσω.

Νιότη μου πουν’ τα ρόδα σου, τα γιασεμιά σου τ’ άσπρα;
Εφύτεψά τα, κόρη μου, στση κόρης σου τη γλάστρα.

-Καιρό σου κάνει και λιχνάς έδε καιρός απού ‘ναι
μα θα γυρίσει ο νοθιάς και θα τα ξαναπούμε.

- Μα ‘γω το στένω το λαμί σε ζηλεμένο τόπο,
λιχνώ εγώ με το Βορρά, λιχνώ και με το Νότο.

Απ’ όλα τα κινούμενα η γλώσσ’ έχει τη χάρη,
μα πρέπει ο νους να τση βαστά γερά το χαλινάρι.

Ποτέ σου μην περιφρονείς τα κάτω σκαλοπάθια,
γιατ’ εκεί δα πρωτοπατείς και βγαίνεις στα παλάθια.

Στάλα τη στάλα το νερό το μάρμαρο τρυπά το,
το πράμα που μισεί κιανείς γυρίζει κι αγαπά το.

Πάντα μου στην κακοβολιά μ’ αρέσει να βαδίζω
και κάθε δύσκολη δουλειά να την ε ξεχερίζω.

Όχι στα πόδια του βουνού όσο ψηλό κι αν είναι
καλλιά σε λόφο χαμηλό μα στην κορφή του μείνε.

Παίζεις με, μα δεν παίζομαι, γελάς, μα δε γελιούμαι,
κι όσα κετέχεις ξυπνητός, κατεχ’ όντε κοιμούμαι.

Ανάθεμα που βρει καιρό κι άλλο καιρ’ ανημένει,
γιατ’ ο καιρός τα πράμματα ξανάστροφα τα φέρνει.

Πόσο αργούνε οι στιγμές όταν κανείς προσμένει
κι η κάθε μιά γλυκιά στιγμή πόσο γοργά διαβαίνει.

Ακολουθούν τα «Νάναρα» οι ευχές δηλαδή και τα νανουρίσματα των παιδιών.

Κοιμήσου κούπα φράγκικη, εβραίϊκο σημαντήρι,
τσ’ Αγιάς Σοφιάς το θυμιατό και του Χριστού καντήλι.

Κοιμήσου να ν’ η μοίρα σου καματερή και πλούσα,
νυχτοδουλεύτρα κι άξια και καλοκουβαλούσα.

Στην επόμενη ενότητα εντάσσονται οι σατυρικές μαντινάδες, που λέγονται σαν πειράγματα με σκωπτική διάθεση ή που συχνά προκαλούν την ευθυμία στις παρέες.

Μα συ θαρρείς και το φιλί, φαϊ ‘ναι να χορτάσεις
όσο και πιό πολύ φιλείς, τόσο και πιό λιμάσσεις.

Σκνίπα θα γίνω και θα ‘ρθώ στην κάμαρα που μένεις,
να σε τσιμπώ, να τρώεσαι, ύπνο να μη χορταίνεις.

Να με θωρείς, να σε θωρώ, ίντα καταλαβαίνεις;
Χωρίς να φας, χωρίς να πιείς, ίντα λοής χορταίνεις;

Χίλιοι διαόλοι μέσα του άπου χρωστεί και δώσει
κι άπού ‘χει πεθερά κακή και δεν την ε σκοτώσει.

Ήχασα την αγάπη μου σε μιά βουρλιά δεμένη
κι όποιος την βρει να τη χαρεί, μα τη βουρλιά να φέρει.

Και το κρασί, ο μαρουβάς, στον πόνο γιατρικό ‘ναι
κι η χήρα μεσ’ τη γειτονιά να βρίσκεται, καλό ‘ναι.

Γεμάτες από συγκινησιακή φόρτιση οι μαντινάδες «του γάμου» αποτελούν μία ακόμη ενότητα της συλλογής Μεταξά. Συνοδεύουν κάθε ανάλογη χαρά με παινέματα για τον γαμπρό και την νύφη και με παρηγοριές στους γονείς που αποχωρίζονται πλέον τα παιδιά τους.

Μιά μαντινάδα θε να πω απάνω στο κεράσι,
τ΄ αντρόϋνο που γίνηκε Θέ μου, να σογεράσει.

Κλάψε τη μάνα, κλάψε τη, τη ροδαρά τσ΄αυλής σου,
σήμερα σου την παίρνουνε, δεν είναι μπλιό δική σου.

Νύφη μου στην αγκάλη σου κρίνος τσ’ αυγής φυτρώνει,
χαρά στο νιό που ταίρι του σ’ έχει και καμαρώνει.

Να ζήσ’ η νύφη κι ο γαμπρός κι η συντροφιά μας όλη,
χαρούμενοι κι απρίκαντοι καθημερνή και σκόλη.

Οι γλωσσοπλαστικές μαντινάδες που διανθίζουν την συλλογή της κ. Μεταξά είναι ίσως οι πιο πλουμισμένες από πλευράς γλώσσας αλλά κι οι πλέον δυσκολοπρόφερτες, καθώς οι λέξεις συναγωνίζονται με τα συνθετικά τους να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότερα παινέματα και χάρες.

Μοσχοκανελοκόκαλη, κανελοζυμωμένη,
γαρεφαλοχνωτάτή μου κι ακριβαναθρεμμένη.

Συρικομαυρομάτα μου, μαυροφρυδομαλλούσα,
χρυσοζωναροστόλιστη και κατασπροχιονούσα.

Στην επόμενη ενότητα του βιβλίου ο αναγνώστης συναντά τις μαντινάδες «του πιοτού». Μία πλούσια συλλογή από δίστιχα που υμνούν το κρασί, τη ζάλη του και την σχέση τους με τον έρωτα.

Όλα ‘ναι φάδια τση κοιλιάς και το ψωμί στημόνι
και το παντέρμο το κρασί όλα τ’ ανεστυλώνει.

Εγώ το πίνω το κρασί, πίνω το να μεθύσω,
πίνω το να ξεφοβηθώ, να ‘ρθώ να σε φιλήσω.

Ω το παντέρμο το κρασί τσ’ αγάπης, πως ζαλίζει
κι όποιος το πιεί παραπατεί και σιγοστραταρίζει.

Τα βάσανά μου στο κρασί τα ρίχνω να πνιγούνε,
μ’ αυτά τα αφιλότιμα ξέρουν και κολυμπούνε.

Και οι παλιοί το λέγανε πως τα καλά σημάδια,
είναι τα κρασοπότηρα σαφί να μένουν άδεια.

Ο άνδρας απού δε μεθεί και δεν ξενοκοιμάται
άμα γεράσει και κοντό ίντα ‘θελα θυμάται.

Η συλλογή ολοκληρώνεται με διάφορες μαντινάδες που δεν εντάχθηκαν στις προηγούμενες ενότητες.

Τα δάκρυα είναι δυό λογιώ, ένα των πικραμένω
κι ένα στο συναπάντημα των πολυαγαπημένω.

Μπορεί να μην παντήχνομε, μπορεί να μη μιλούμε,
μ’ ώστε να ζούμε ο γεις τ’ αλλού χατήρι θα βαστούμε.

Στο τέλος της συλλογής η κ. Μεταξά παραθέτει και επεξηγήσεις στο κρητικό ιδίωμα των μαντινάδων υπό μορφή λεξιλογίου. Ένα μάλλον χρήσιμο εργαλείο για τις νεότερες γενιές που σταδιακά απομακρύνονται από την ομορφιά και τον πλούτο της κρητικής γλώσσας.