Το Φαράγγι της Κριτσάς


Από τον Άγιο Νικόλαο ο δρόμος οδηγεί στους λόφους, περνώντας από την άκρη μιας πράσινης θάλασσας με ελιές μέχρι τα πρώτα σπίτια της Κριτσάς, ξαπλωμένης γλυκά σε μια πλαγιά, σε αμφιθεατρική θέση απ' όπου φαίνεται ένα τμήμα του κόλπου του Μεραμβέλλου.
Το χωριό είναι παλιό, στα χρόνια της ενετοκρατίας απαριθμούσε πέντε χιλιάδες κατοίκους, ένα σημαντικό σπίτι-κάστρο, τα αρχοντικά, αρκετές εκκλησίες, από τις οποίες μια ιδιαίτερα, η Παναγία η Κερά, περιέχει πολύτιμες τοιχογραφίες οι οποίες θεωρούνται από τις πιο όμορφες όλης της Κρήτης. Σήμερα η μικρή πλατεία, η καρδιά του χωριού, με τα καφενεία κάτω από τη σκιά των πλατάνων, προσφέρει σκιά και δροσιά κατά τη διάρκεια του ζεστού κρητικού καλοκαιριού και μια αγορά με
ενδιαφέροντα τοπικά προϊόντα: θυμαρίσιο μέλι, βότανα του βουνού, αντικείμενα τέχνης επεξεργασμένα από ξύλο ελιάς, υφαντά χαλάκια σε κόκκινο, κίτρινο, πράσινο και μαύρο χρώμα, παραδοσιακά μαύρα στιβάνια, τοπικά δερμάτινα προϊόντα, που μέχρι σήμερα φορούν οι αγρότες κατά τους χειμερινούς μήνες.

Λίγο πριν από το χωριό, βόρεια μια εντυπωσιακή ρωγμή του βουνού προαναγγέλει το φαράγγι της Κριτσάς, ο δρόμος στρίβει δεξιά, προς την κατεύθυνση του αρχαιολογικού χώρου της Λατούς, όπως επισημαίνεται από μια επιγραφή με πελώρια γράμματα, ενώ μια άλλη πινακίδα δείχνει την κατεύθυνση προς το φαράγγι. Ακόμη μισό χιλιόμετρο και μια άλλη πινακίδα μας οδηγεί, κατά μήκος ενός χωματόδρομου στη σημείο αναχώρησης. Το μονοπάτι για την είσοδο στο φαράγγι δεν είναι σηματοδοτημένο αλλά παίρνουμε τη σωστή κατεύθυνση κατηφορίζοντας ανάμεσα από περιβόλια και αμπέλια μέχρι την ξερή κοίτη ενός ποταμού. Κάνουμε κάποια μέτρα ανάμεσα στις άβολες πέτρες και τότε συναντάμε, σα να θέλει να μας αποτρέψει να συνεχίσουμε, το μοναδικό εμπόδιο της εκδρομής, έναν επιβλητικό ογκόλιθο, όχι δύσκολο, που πρέπει όμως να προσπεράσουμε με μια σύντομη και εύκολη ανάβαση.
Πέρα από το πατημένο συρματόπλεγμα, εξαφανιζόμαστε μέσα στο δάσος που λειτουργεί σαν αυλαία στην είσοδο του κυρίως φαραγγιού, νοιώθοντας την αίσθηση της προσμονής, που μας κυριεύει πάντα όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα νέο προορισμό, μια δυνατή αλχημεία που τροφοδοτεί τη θέληση του να γνωρίσουμε και να πειραματιστούμε νέα πράγματα.
Το πράσινο της πικροδάφνης και της λυγαριάς είναι τόσο ζωντανό, που κυριολεκτικά κατακλύζουν το πετρώδες μονοπάτι, στις σχισμές των βράχων ξεπροβάλλουν οι πρώτοι άσπροι κρόκοι (crocus boryi). Η ανηφόρα αρχίζει ομαλά ανάμεσα από χαμηλά πλατάνια και χαρουπιές, μετά ένα πυκνό υπόφορο, που το ζωντανεύουν το κελάιδισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων. Βήμα με βήμα όμως η φύση βουβαίνεται, αποστασιοποιείται, αποχωρεί. Είναι η στιγμή που το φαράγγι προελαύνει αποφασιστικά, υψώνει τα τοιχώματά του, τα "συσφίγγει", βάζει σε πρώτο πλάνο δυναμικά την πρωτογενή του ύλη: το συμπαγή, λείο βράχο, που διπλώνεται σα φίδι στον εαυτό του.
Περνάμε μια πολύ έντονη μισή ώρα απόλυτης μαγείας, προχωρώντας σε αυτό το αρχέτυπο σε μινιατούρα όλων των φαραγγιών που μας νανουρίζει στα κοιλώματά του, μας σφίγγει σ' ένα λίθινο αγκάλιασμα μαργαριταρένιου ασβεστόλιθου που αποκαλύπτεται στο σχήμα, ενός ατελείωτου στενού μαργαριταρένιου καναλιού. Για καμιά δεκαπενταριά μέτρα, και τα δυο μας χέρια δουλεύουν ασταμάτητα, τα πόδια σε ένταση πάνω στη λίθινη γλιστερή επιφάνεια, όμως η κλίση είναι ελάχιστη, το ρίσκο μικρό. Πιο μπροστά οι λείες άσπρες ασβεστολιθικές πλευρές του φαραγγιού σχεδόν ενώνονται, γίνονται πλάκες που καλοδέχονται τον επισκέπτη τους, σμιλεμένες από μυριάδες ρυάκια που αναβλύζουν από ψηλά, σταλάζουν επίμονα και δημιουργούν λακκούβες με νερό.
Μετά από δέκα λεπτά, το φαράγγι έτσι όπως απότομα κλείστηκε στον εαυτό του, το ίδιο γρήγορα ανοίγει. Το δρομάκι ξαναπαρουσιάζεται, σταδιακά, ελαφρά ανηφορικό στο χαλικόστρωτο, και πάντα από ψηλά να το επιθεωρούν οι αιχμηρές βραχώδεις κορυφές. Γρήγορα το φαράγγι χάνει ύψος, γίνεται επίπεδο στρογγυλεύοντας τις πλαγιές του για να τις μετατρέψει σε ψηλές όχθες, στεφανωμένες από πυκνά δάση βελανιδιάς με λεπτό φύλλωμα, ενώ χαμηλά ανάμεσα στα μπερδεμένα βάτα κρύβονται τα πρώτα φθινοπωρινά μανιτάρια. Από την αρχή της διαδρομής έχει περάσει μια ώρα γεμάτη, ένα ψηλό πεύκο μας κλείνει το πέρασμα και μετά, πιο μπροστά, ένα άλλο μας οδηγεί σε ένα μεγάλο ελαιώνα. Από εδώ και πέρα, το φαράγγι της Κριτσάς δεν έχει πια ιστορία αν και προχωρώντας πάντα κατά μήκος της κοίτης του ποταμού φτάνει κανείς στις διακλαδώσεις του όρους Καθαρό Τσίβι. Βαδίζουμε ανάμεσα στα ελαιόδεντρα, σε μια εύκολη πλαγιά, παραμένοντας δεξιά μέχρι να φτάσουμε σε ένα καρόδρομο.
Μετά από είκοσι λεπτά, ο χωματόδρομος συναντά την άσφαλτο που από την μια οδηγεί ψηλά προς τις Τάπιες, ενώ από την άλλη οδηγεί εκεί όπου έχουμε αφήσει το αυτοκίνητό μας. Η πεζοπορία, αν και ήταν πλούσια σε συγκινήσεις, υπήρξε άνετη και εύκολη, γι' αυτό μας φάνηκε φυσικό να την επισφραγίσουμε με μια επίσκεψη στη Λατώ, αρχαία δωρική πόλη που βρίσκεται στο διάσελο του ψηλού μπροστινού λόφου. Η μικρή πλατεία, που στη βόρεια πλευρά της εξωραΐζεται από μια αμφιθεατρική σκάλα, ήταν η καρδιά της πόλης, που κυριαρχούσε όλη την περιβάλλουσα πεδιάδα μέχρι τον Άγιο Νικόλαο - "Λατώ προς Καμάρα" και πέρα από τη θάλασσα προς την οροσειρά της Δίκτης. Νότια σε μια βεράντα που στηρίζεται σ' ένα τοίχο πάρχει ένας ναΐσκος αφιερωμένος στον Απόλλωνα.

- Σημείο αναχώρησης: Κριστά
- Σημείο άφιξης: η κορυφή του φαραγγιού
- Διάρκεια διαδρομής: 1 ώρα και μισή με επιστροφή
- Εύκολη διαδρομή
- Διαδρομή κατάλληλη για παιδιά
- Ανηφορικό μονοπάτι με υψομετρική διαφορά περίπου 200 μ.
- Προτεινόμενη περίοδος: Απρίλιος έως Νοέμβριος
- Καλά σηματοδοτημένο μονοπάτι
- Έχετε μαζί σας κανονική ποσότητα νερού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εκφραστείτε ελεύθερα, πείτε ότι θέλετε αλλα μην βρίζετε χυδαία για να μην μπαίνουμε σε διαδικασία να σβήνουμε σχόλια, κάτι που δεν το θέλουμε!

Ευχαριστούμε...